Ήδη σκοτίνιασε. Άλλη μία μέρα φόβου και αγωνίας πέρασε εκεί, στο Υπερώο της Ιερουσαλήμ. Έντεκα άνδρες, με ζωγραφισμένο τον φόβο στα πρόσωπά τους, αγωνιούν. Από στιγμή σε στιγμή περιμένουν να εισβάλει φρουρά Ρωμαίων στρατιωτών και να τους συλλάβει ή να τους σκοτώσει εν ψυχρώ. Κανείς δεν ξέρει· όλοι φοβούνται. Η νύχτα δεν περνά εύκολα…
«Ανοίξτε! Ανοίξτε! Εμείς είμαστε!»
Δυνατά χτυπήματα στην κλειδωμένη πόρτα συντάραξαν όλο το σπίτι. Ο Πέτρος ανοίγει με δισταγμό. Οι επίμονοι, απρόσμενοι επισκέπτες χτυπούν δυνατά και σπρώχνουν την πόρτα, μαζί της και τον Απόστολο.
— Τι έγινε; Τι πάθατε; ρωτούν οι έντεκα άνδρες τους νυχτερινούς επισκέπτες.
— Τον είδαμε! Τον είδαμε! απαντά ο πρώτος από τους δύο, με το όνομα Κλεόπας.
«Τον είδαμε! Μας μίλησε! Του μιλήσαμε! Περπατούσαμε μαζί όλο το απόγευμα έως τη δύση του ηλίου! Αυτός ήταν! Τον είδαμε!»
Η ανάσα του όλο και κόβεται από τη χαρά και την υπερβολική ταχύτητα των λόγων του.
— Σε όλο τον δρόμο μάς μιλούσε για τους Προφήτες και τον Λόγο του Θεού. Και την ώρα που μας μιλούσε, η καρδιά μας φλεγόταν! προσθέτει ο Λουκάς, ο δεύτερος νυχτερινός δρομέας.
Ησυχία κατέλαβε το Υπερώο. Μια ασυνήθιστη όμως ησυχία, που μέσα της κρύβει ελπίδα με φόβο, αγωνία με χαρά· πολλά συναισθήματα ανάμεικτα, όλα όμως κάτω από μια μυστηριώδη «κραυγή ησυχίας».
«Εἰρήνη ὑμῖν!»
Τι ήταν αυτό;
Η μυστηριώδης ησυχία, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, αντικαταστάθηκε από μια βουή φόβου και απορίας· από μια βουή ασυγκράτητης και ανέκφραστης χαράς, στην οποία την απάντηση έδωσε ένα υπερθέαμα: ο χώρος του Υπερώου τριπλασιάστηκε, έγινε άπειρος, ατελείωτος. Μια γλυκεία μορφή, φωτεινή, γνώριμη από παλιά:
Ο Γλυκύς Ιησούς:
«Εἰρήνη ὑμῖν!»
Ανέκφραστα συναισθήματα χαράς και ιερού δέους κατέλαβαν τους παρευρισκομένους. Όλοι άρχισαν να προσεγγίζουν και να αγγίζουν τον «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» Διδάσκαλο· τον πριν σταυρωμένο, τον πριν νεκρό, τώρα Αναστημένο και δοξασμένο.
Αυτόν που τρία χρόνια τους ετοίμαζε για την ώρα… την ώρα της θυσίας. Και σε ένα βράδυ τούς κατέβασε στα τάρταρα του Άδη, αφήνοντάς τους χωρίς φως, χωρίς ανάσα.
Τώρα πάλι, αυτός ο Διδάσκαλος της Γαλιλαίας τούς ανεβάζει ψηλά· όχι στα μάτια των ανθρώπων, όχι στα βάθρα των παλατιών, αλλά στα σύννεφα των θείων ουρανών· των απέραντων και ατελείωτων θείων δωρεών, όπου
«ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων καὶ ἡ ἀπέραντος ἡδονὴ τῶν καθορώντων τοῦ σοῦ προσώπου τὸ κάλλος τὸ ἄρρητον».
Και εμείς πού είμαστε;
Εμείς, τα μέλη του Σώματος του Αναστημένου Χριστού· εμείς οι αναγεννημένοι, που πίνουμε το καινό πόμα, το νέο γέννημα της αμπέλου κάθε Κυριακή, πού είμαστε;
Ποια πόρτα χτυπήσαμε για να φωνάξουμε:
«Ελάτε! Ελάτε όλοι! Τρέξτε! Τώρα μας φωνάζει: Δεῦτε, δεῦτε πρός με… ελάτε κοντά μου να ζήσετε περισσόν»;
Γιατί εμείς δεν φωνάζουμε;
Γιατί δεν χτυπάμε τις πόρτες των φοβισμένων και αμαυλισμένων ανθρώπων, που ζουν στο σκοτάδι και στον φόβο της αδιαφορίας, της κακίας, του μίσους, της μοναξιάς;
Εμείς, που ποτέ δεν απογοητευτήκαμε, ποτέ δεν απελπιστήκαμε· ποτέ δεν μας εγκατέλειψε· ποτέ δεν νιώσαμε την απουσία Του. Πάντα είναι δίπλα μας, πάντα είναι Αναστημένος σε όλες τις πτώσεις μας· ποτέ δεν Τον είδαμε νεκρό δίπλα στην πνευματική μας θανή.
Ας φωνάξουμε, λοιπόν, κι εμείς με τη ζωή μας και με τα λόγια μας:
«Ελάτε να δείτε! Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον!»
Τον βλέπουμε· ελάτε να Τον δούμε μαζί, να Τον γευτούμε μαζί, να αναστηθούμε μαζί Του — όλοι, μικροί και μεγάλοι — τώρα και πάντοτε και στους απέραντους αιώνες.
Έλα και σύ Μαζι μας να δεις, τον Άναστημένο Χριστό να γευτείς !
ΑΜΗΝ+
